unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 70 - ΑΡΘΡΑ - ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Ο βιασμός της Σαμάνθα

| Τεύχος Οκτωβρίου 2017

Όταν η τεχνολογία του σεξ κατασκευάζει ένα πλάσμα του οποίου η υπόσταση, η σύνολη ύπαρξη, συνίσταται στο να υποδέχεται την αντρική βία.


Μια –παράξενη, θα την έλεγε κανείς, αν και δυσκολεύομαι να βρω τη λέξη– είδηση, που σχολιάστηκε αρκετά διεθνώς αλλά όχι εγχωρίως, με έχει γεμίσει περισσότερο τρόμο απ’ ό,τι όλες οι δυσοίωνες  (γεω)πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Στην έκθεση Arts Electronica  του Λιντς, στην Αυστρία, μεταξύ πολλών εκθεμάτων παρουσιάστηκε και η Σαμάνθα: ένα ρομπότ, μια τελευταίας τεχνολογίας  κούκλα του σεξ. Μετά τις επισκέψεις κάμποσων αντρών, που πέρασαν για να τη θαυμάσουν, η Σαμάνθα  βρέθηκε να έχει υποστεί μεγάλες ζημιές – κάτι που οι διοργανωτές της έκθεσης αρνήθηκαν, δηλώνοντας ότι επρόκειτο για αναμενόμενη  «φθορά». Σύμφωνα με διάφορα ρεπορτάζ, ωστόσο, τα οποία επικαλούνται δηλώσεις του κατασκευαστή, οι άντρες που επισκέφτηκαν τη Σαμάνθα την είχαν «καβαλήσει» παντού, στα πόδια, στα χέρια, στο κεφάλι, στο στήθος, την είχαν περιλούσει με σπέρμα σε όλο της το σώμα και της είχαν σπάσει τα δάχτυλα.

Η ιδέα ότι η σεξουαλική κακοποίηση, με έσχατη μορφή της τον βιασμό, δεν έχει να κάνει με το σεξ αλλά με την ισχύ, με την εξουσία, με τη βία, με την επιβολή, είναι πασίγνωστη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και από τη δημοσίευση εμβληματικών βιβλίων του 2ου φεμινιστικού κύματος, όπως το Rape: The First Sourcebook for Women των Νορίν Κόνελ και Κασάντρα Γουίλσον και το Against Our Will: Men, Women and Rape της Σούζαν Μπράουνμιλερ. Δυστυχώς, παρά την προφανή, ευγενή και εντέλει αρκετά αποτελεσματική πολιτική της στόχευση, η ιδέα αυτή δεν είναι πολύ ακριβής. Ασφαλώς, η φεμινιστική κριτική στον ως τότε επικρατούντα ισχυρισμό πως ο βιασμός είναι η έκφραση κάποιου ανεξέλεγκτου πόθου, κάποιας ασυγκράτητης λαγνείας από την πλευρά του άντρα και η ανάγνωσή του στο πατριαρχικό πλαίσιο, ήταν όχι μόνο σωστή αλλά και πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό σύνθημα πως «δεν έχει να κάνει με το σεξ αλλά με την εξουσία». Εντούτοις, ο βιασμός (χρησιμοποιώ  τη λέξη για λόγους οικονομίας, αλλά εννοώ κάθε σεξουαλική κακοποίηση) βασίζεται σ’ ένα συνονθύλευμα κινήτρων και συναρτάται μ’ ένα μείγμα μηχανισμών, κάποια από τα οποία είναι και σεξουαλικά ή πάντως συμπαραγόμενα  από τη σεξουαλική έλξη ή επιθυμία, κάτι που δεν αναιρείται επειδή η διάπραξή του παίρνει τη μορφή της –σωματικά βίαιης, αν και όχι πάντα– επιβολής.

Ακριβέστερο θα ήταν να τον δούμε ως επιτέλεση της αρρενωπότητας μέσω της επιβολής του σεξ, με την έννοια της άσκησης ενός «φυσικού δικαιώματος ιδιοκτησίας» πάνω στη σεξουαλικότητα –και όχι απλώς στο σώμα– της γυναίκας. Αλλά και πάλι αυτό δεν φωτίζει επαρκώς μια σειρά παραμέτρους: τη συναθροιστική, συλλογική λειτουργία του ως καθυπόταξης των γυναικών από τους άντρες, αυτό που έχει ονομαστεί «κουλτούρα του βιασμού»• τη συμβολική λειτουργία του στην εκδραμάτιση του αρρενωπού ρόλου εντός του ορίζοντα του αντρικού φύλου• την κανονιστική γλωσσική-πολιτισμική λειτουργία του ως παραγωγού μιας «κουλτούρας» σωματικής υποτέλειας, η οποία μπορεί να ρυθμίσει –και ρυθμίζει– το καθ’ όλα συναινετικό σεξ και τη γενικότερη σεξουαλική συμπεριφορά, για τα οποία υποδεικνύει μορφές και κατασκευάζει γλώσσα• και φυσικά το –συχνότατα αποσιωπημένο– γεγονός της ύπαρξής του ανάμεσα σε ομόφυλους, κάτι που όσο κι αν εν πρώτοις μοιάζει να υποστηρίζει την ιδέα περί της «εξουσίας αντί για σεξ», στην πραγματικότητα δείχνει περαιτέρω το πώς εξουσία και σεξ, επιβολή και επιθυμία δεν είναι τόσο εύκολα διαχωρίσιμα.

Μολαταύτα, κανένας –μη βιαστής ή μη απολογητής, τουλάχιστον– δεν θα συμφωνούσε με τη διατύπωση ότι ο βιασμός είναι ενός είδους σεξ. Δεν έχουμε, ευτυχώς, οι περισσότεροι παραιτηθεί από την ιδέα ότι η αμοιβαιότητα είναι ανυπέρβλητο στοιχείο της ανθρώπινης σεξουαλικής συνεύρεσης. (Σκοπίμως δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «συναίνεση». Μολονότι  είναι απαραίτητη συνθήκη, δεν είναι και ικανή: σε ένα πλαίσιο διαμορφωμένο με όρους ιεραρχικής υποταγής, όλοι ξέρουμε ή μπορούμε να φανταστούμε περιπτώσεις όπου η συναίνεση δίνεται, δίχως το υποκείμενο που συναινεί να μοιράζεται την επιθυμία με τον ίδιο ή με οποιονδήποτε τρόπο.) Το αντιλαμβάνεται, νομίζω, κανείς αυτό πολύ εύκολα, αν και κάπως αντιδιαισθητικά, αναλογιζόμενος ότι υπάρχουν περιπτώσεις αμοιβαίας σεξουαλικοποίησης ακόμη και της ιδέας του ίδιου του βιασμού: σε ένα παιχνίδι ρόλων, λόγου χάρη, όπου η σωματική βία μπορεί να είναι ακραία, αλλά υπάρχει αμοιβαιότητα που προκύπτει από την ανάληψη του ρόλου του καθενός. Η αμοιβαιότητα είναι που κάνει ένα παιχνίδι ρόλων που υποδύεται έναν βιασμό να ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο από έναν βιασμό.1

Κι εδώ ερχόμαστε στη Σαμάνθα. Η Σαμάνθα είναι φτιαγμένη για της κάνεις ό,τι θέλεις, δίχως να υφίσταται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η ανάγκη –αλλά ακόμη και η δυνατότητα– να το θέλει κι αυτή. Τι νόημα μπορεί να έχει η αμοιβαιότητα για τη Σαμάνθα;

u70_zenakos_960

Θα πει κανείς, μα η Σαμάνθα είναι στην πραγματικότητα ένα άψυχο αντικείμενο, φτιαγμένο για τη σεξουαλική ικανοποίηση του ιδιοκτήτη του – θα λέγαμε βιαστή ή θα κατηγορούσαμε για σεξουαλική κακοποίηση κάποιον που έσπασε τον δονητή του; Είναι σαφές, όμως, ότι πρόκειται για ένα σόφισμα. Ο ανθρωπομορφισμός στον οποίο καταφεύγει ο ίδιος ο κατασκευαστής, όταν αναφέρεται στη Σαμάνθα και στο πάθημά της, είναι απολύτως εύγλωττος: «Θα ανακάμψει. Μπορεί να αντέξει πολλά». Μολονότι γνωρίζουμε ότι πρόκειται για ρομπότ, η σκέψη μας εδώ δεν πάει σε ένα ανθεκτικό μηχάνημα, μια καφετιέρα που έπεσε κάτω κι έσπασε, λόγου χάρη, αλλά ο επιδιορθωτής μάς λέει ότι είναι γερά φτιαγμένη και «αντέχει». Πάει περισσότερο σ’ έναν άνθρωπο που θα χρειαστεί ίσως νοσοκομειακή περίθαλψη, χειρουργείο, φυσικοθεραπεία, αλλά είναι δυνατός, με γερή κράση, και θα αναρρώσει γρήγορα.

Μ’ άλλα λόγια, η χρήση της Σαμάνθας  είναι αδιαχώριστη από τη λειτουργία της ως αναπαράστασης. Ένα παιδικό αλογάκι –ας θυμηθώ και λίγο τον Ε. Χ. Γκόμπριτς, μετά από τόσα χρόνια–, το οποίο έχει ένα ξύλινο αλογίσιο κεφάλι και για σώμα ένα σκουπόξυλο, είναι ένα υποκατάστατο ενός αλόγου, δηλαδή  καβαλιέται. Η αναπαράσταση, μ’ αυτή την έννοια, είναι μια επιλεκτική μίμηση ορισμένων «προνομιακών» γνωρισμάτων, που δεν καθιστά τόσο προφανή τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «εικόνα» και πραγματικότητα – θυμηθείτε το αυτό την επόμενη φορά που θα δείτε μια φωτογραφία και θα πείτε «α, να ο τάδε» ή «να ένα ηλιοβασίλεμα», ενώ στην πραγματικότητα θα κοιτάζετε ένα κομμάτι χαρτί ή την οθόνη του κινητού σας. Οι αλληλένδετες λειτουργίες ενός αντικειμένου ως προς τη χρηστικότητά του και ως προς την αναπαραστικότητά του είναι εδώ κομβικές: κανένας δεν νιώθει την ανάγκη οι ρομποτικοί βραχίονες στις βιομηχανίες να μοιάζουν με χέρια εργατών σε φορντική γραμμή παραγωγής, για τη Σαμάνθα όμως η επιλεκτική μίμηση «προνομιακών» γνωρισμάτων μιας γυναίκας είναι καταστατική.

Έχει σημασία να δούμε λίγο αυτά τα «προνομιακά» γνωρίσματα:

Πρώτον, η Σαμάνθα έχει την όψη μιας υπερσεξουαλικοποιημένης, στα πρότυπα της mainstream βιομηχανίας πορνό, γυναίκας. Δεύτερον, ο κατασκευαστής της συμβουλεύει τους ιδιοκτήτες της να υιοθετήσουν μια «ρομαντική προσέγγιση στην αποπλάνησή της, χαϊδεύοντας το χέρι της αισθησιακά, αντί να αρπάξουν αμέσως τις ευαίσθητες περιοχές της», καθώς αν της πιάσουν κατευθείαν το στήθος, «δεν θα της αρέσει τόσο πολύ». Όταν της χαϊδεύουν απαλά το χέρι, η Σαμάνθα είναι προγραμματισμένη να λέει: «Ωραία, σ’ ευχαριστώ που είσαι μαζί μου, μου αρέσει κι εμένα να είμαι μαζί σου». Κι όταν της βάζουν ένα δάχτυλο στο στόμα ή της χαϊδεύουν το στήθος ή το αιδοίο, η Σαμάνθα βγάζει έναν «ρεαλιστικό θηλυκό αναστεναγμό». Τρίτον, ο κατασκευαστής διαβεβαιώνει: «Ο άντρας μπορεί να κάνει οτιδήποτε με την κούκλα. Κάθε πρόθεση έχει απενεργοποιηθεί».

Σ’ αυτά τα γνωρίσματα, ας προσθέσω κι ένα ακόμη: ο κατασκευαστής της Σαμάνθα μάς πληροφορεί ότι το λογισμικό της έχει και την ικανότητα σ’ έναν βαθμό να «μαθαίνει», η Σαμάνθα δηλαδή διαθέτει και μια κάποια «τεχνητή νοημοσύνη». Δεν θέλω εδώ να επεκταθώ σε σκέψεις για πιθανότητες που σήμερα μοιάζουν πολύ πιο κοντινές από όταν τις έκαναν ταινίες ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ και ο Ρίντλεϊ Σκοτ, μολονότι η ιδέα μιας κάποιας συναισθηματικής νοημοσύνης  σ’ ένα τέτοιο πλάσμα παγώνει το αίμα. Πώς θα είναι άραγε η υποκειμενική εμπειρία κάποιου που στερείται κάθε δυνατότητα αυτοδιάθεσης, «κάθε πρόθεσή του έχει απενεργοποιηθεί», αλλά εντούτοις «σκέφτεται» και «νιώθει»; Τι νέος τύπος ανελευθερίας θα είναι αυτός; Τι νέα, τρομερή υποτέλεια; Ο ιστορικός Μπερνάρ Λε Ρουά Λαντυρί έχει γράψει πως είναι αδύνατον  να εξηγηθεί το παρόν μέσω του παρόντος. Ο ίδιος βέβαια εννοούσε  πως είναι ανάγκη να στραφούμε στο παρελθόν, ίσως εδώ όμως έχουμε το παράδοξο να μπορεί το παρόν να εξηγηθεί μέσω του μέλλοντος.

Ακόμη, ωστόσο, και δίχως να μελλοντολογήσουμε,  στεκόμενοι μόνο στο τι η τεχνολογία αυτή τη στιγμή έχει να προσφέρει, νομίζω πως είναι φανερό ότι η Σαμάνθα είναι «γυναίκα» με κάθε έννοια που επί του προκειμένου ενδιαφέρει τον δυνητικό ιδιοκτήτη της, ο οποίος μπορεί: να ερεθιστεί από μια όψη επιβλητικά υπερσεξουαλικοποιημένη, όπως έχει εκπαιδευτεί πολιτισμικά• όμως, να βρεθεί ταυτόχρονα πλάι σε μια στερεοτυπικά «κανονική» προσωπικότητα που έχει ανάγκη το ρομαντικό φλερτ για να αισθανθεί οικειότητα και, συνεπώς, για να μη σου αρνηθεί τις χάρες της• και, τέλος, αυτή η προσωπικότητα να περισταλεί μπροστά στα μάτια του σε κάποια που δεν λέει ποτέ «όχι», για την ακρίβεια δεν έχει τη δυνατότητα να θελήσει να πει «όχι». Τρεις θεμελιώδεις πατριαρχικές προβλέψεις εδώ συναιρούνται: η γυναίκα ως αυτό που υποδέχεται το αντρικό βλέμμα• η γυναίκα ως αυτό που έχει ανάγκη τον συναισθηματισμό για να σεξουαλικοποιηθεί• η γυναίκα ως αυτό που αποτελεί σεξουαλική ιδιοκτησία.

Η μετάπτωση από την εκθαμβωτική γυναίκα που πρέπει να πείσεις ότι έχεις ειλικρινές ρομαντικό ενδιαφέρον γι’ αυτήν, προκειμένου να μη σε απορρίψει, στην εκθαμβωτική γυναίκα που βιάζεις θα μπορούσε να είναι η παραδειγματική περιγραφή της –αντρικής– ψυχικής στιγμής του βιασμού. Εδώ αυτή η μετάπτωση, αυτή η στιγμή, προσφέρεται ως αυτή καθαυτή η υπόσταση της γυναίκας. Η Σαμάνθα είναι ό,τι προκύπτει από την ταύτιση αυτού που ποθώ, αυτού που φοβάμαι μήπως με απορρίψει, και αυτού που βιάζω.

Πολλοί υποστήριξαν ότι μια τέτοια συνθήκη κανονικοποιεί την αντρική βία κατά των γυναικών. Ότι το πρόβλημα εδώ είναι πως αποδεχόμαστε ότι οι άντρες πάντα θα βιάζουν, οπότε τους δίνουμε κάτι που μπορούν να βιάσουν με ασυλία. (Κάποιοι άλλοι, μάλιστα, υποστήριξαν ότι τούτο είναι θετικό, διότι τουλάχιστον κακοποιούν ρομπότ και όχι γυναίκες.) Μολονότι είναι προφανές ότι μια τέτοια κανονικοποίηση υφίσταται, φοβάμαι πως πρόκειται για μια αναιμική προσέγγιση.

Το απολύτως τρομακτικό εδώ είναι ότι δημιουργείται ένα πλάσμα του οποίου η υπόσταση, η σύνολη ύπαρξη, συνίσταται στο να υποδέχεται την αντρική βία. Η «ψυχή» του είναι να δέχεται αυτή τη βία. Μπορεί ακόμη να μη σκέφτεται και να μη νιώθει –για πόσο ακόμη;–, η υποκειμενικότητά του όμως είναι υπαρκτή και αναγνωρίσιμη – από εμάς. Η ιδέα ότι ο βιασμός παράγει θύματα παίρνει εδώ μια νέα έννοια: τα παράγει κατά κυριολεξία, τα γεννά, τα δημιουργεί κόβοντας μια πλευρά της πατριαρχίας και φυσώντας πάνω της την πνοή του.

Το απόλυτο τέκνο της αντρικής βίας είναι φυσικά κορίτσι. Όμορφο, ρομαντικό και ολοκληρωτικά δικό μας.

 

___

1. Εδώ βεβαίως εγείρονται και σοβαρότατες διαφωνίες: μια ματιά στους «πολέμους» του 2ου φεμινιστικού κύματος και στην αντίδραση μιας μερίδας φεμινιστριών στο BDSM αρκεί για να δείξει πως ακόμη και η αμοιβαιότητα είναι μια πολύ προβληματική ή, εν πάση περιπτώσει, προβληματοποιήσιμη έννοια σε ένα δεδομένα –και ιστορικά– ιεραρχικό πλαίσιο.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Αυγουστίνος Ζενάκος

editorialteam@unfollow.com.gr


Ο Αυγουστίνος Ζενάκος εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» από το 2000 ως το 2010. Συνεργάστηκε με διάφορα ...